Στη σκηνική αυτή εκδοχή ο μονόλογος διασπάται και ανασυντίθεται μέσα από επτά ερμηνευτές/τριες οι οποίοι/ες συνυπάρχουν επί σκηνής, συγκροτώντας ένα συλλογικό σώμα που ενσαρκώνει τόσο τη δασκάλα -άλλοτε ως αυθεντία, άλλοτε ως θύμα, άλλοτε ως φορέα βίας και άλλοτε ως αγωνιώδη ύπαρξη που παλεύει να επιβάλει νόημα στον κόσμο-όσο και τους μαθητές της, αποκαλύπτοντας τη λεπτή γραμμή που χωρίζει αυτόν που διδάσκει από εκείνον που διαμορφώνεται. Η πολυφωνία αυτή αναδεικνύει τη βαθύτερη δομή του έργου: την εξουσία ως κάτι που δεν ανήκει σε ένα πρόσωπο, αλλά διαχέεται, αναπαράγεται και εγκαθίσταται. Είναι ένα φαινόμενο. Μια πολλαπλότητα. Το έργο του Ατάιντε, γραμμένο σε μια περίοδο έντονων πολιτικών αναταραχών, παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρο. Η σχολική αίθουσα μετατρέπεται σε μικρογραφία κοινωνίας, όπου η γνώση, η ηθική, η πειθαρχία και η βία συνυφαίνονται σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι εξουσίας.
ΥΠΟΘΕΣΗ
Η Δεσποινίς Μαργαρίτα, δασκάλα δημοτικού, βρίσκεται μέσα στην τάξη της παραδίδοντας ένα μάθημα που εξελίσσεται σε εκτενή μονόλογο. Κατά τη διάρκειά του, αναφέρεται στη σημασία της γνώσης, στη λειτουργία της κοινωνίας, στους κανόνες συμπεριφοράς και στη θέση του ατόμου μέσα σε ένα οργανωμένο σύστημα. Σταδιακά, ο λόγος της αποκαλύπτει μια βαθιά ανάγκη για έλεγχο. Παρότι πολλές από τις θέσεις που διατυπώνει αναγνωρίζονται ως ορθές ή κοινώς αποδεκτές, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται από την ίδια χαρακτηρίζεται από αυστηρότητα, αυταρχικότητα, επιβολή και μηδενική δυνατότητα διαλόγου. Η γνώση παρουσιάζεται ως απόλυτη αλήθεια και η αμφισβήτηση ως απειλή. Μέσα από παραδείγματα, αφηγήσεις και επιβολή κανόνων, η Μαργαρίτα οικοδομεί έναν κόσμο όπου η απόλυτη εξουσία νομιμοποιείται ως αναγκαία συνθήκη για την «τάξη». Καθώς το μάθημα κορυφώνεται, η μορφή της γίνεται όλο και πιο αντιφατική: αυστηρή και εύθραυστη, αυταρχική και απελπισμένη.